ele

May 19, 2013 3:10am
Mar 25, 2013 2:44pm
Dimineata, iesind in ograda, avu o tresarire. Abia trecuse pragul casei, cind se auzi strigat de Alecu Tudose, vecinul sau dinspre padure.
-Hei vecine, ai dormit bine?
-Bine, Alecule!
-Bravo tie!…Da’ eu!…
-Tu, ce?
-Apai, nu stii?… A fost nunta mare la tine!…
-La mine? Si Marcu se temu ca cine stie ce necaz i se intimplase.
-N-ai auzit nimie?
-Oi fi auzit eu ceva, da’ eram mort de somn…
-Apai, afla, frate-miu, ca te-a calcat ursoaica!…
-Ursoaica?
-Da. Aia cu puiandrii.
-Ce-i cu puiandrii?

-O fi venit ma-sa sa-i ia acasa!…Ia vezi, mai sint in saia?

Ion Popescu

Jan 11, 2013 5:42am

Κωστάκης Ανάν

«Κατερίνα μου
Είμαι φανατικός αναγνώστης σου εδώ και μήνες και σε θαυμάζω απεριόριστα. Γι’ αυτό και θέλω να μοιραστώ μαζί σου κάτι που μου συμβαίνει, γιατί είμαι σίγουρος ότι εσύ μπορείς να με βοηθήσεις. Εδώ και ένα μήνα περίπου, σχεδόν κάθε βράδυ, βλέπω το ίδιο όνειρο:
Είμαι στο σπίτι μου, αργά το βράδυ, και χτυπάει το κουδούνι. Ανοίγω και βλέπω έναν μπακαλιάρο στο χαλάκι της εξώπορτας, εξαντλημένο, σχεδόν ετοιμοθάνατο, να μου λέει ξέπνοα: «νερό…γρήγορα…πεθαίνω…». Τρέχω γρήγορα, και του βάζω ένα ποτήρι, μισό από τη βρύση, μισό απ’ το ψυγείο, και γυρίζω στην πόρτα, όπου το ψάρι πλέον σπαρταράει και ψυχορραγεί. Του το προσφέρω αλλά εκείνο γυρίζει και μου ρίχνει ένα βλέμμα απορίας και αποδοκιμασίας, προσπαθεί να μου πει κάτι αλλά δεν μπορεί και τελικά πεθαίνει εκεί μπροστά μου, χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα για να το βοηθήσω.
Κάθε πρωί ξυπνάω και δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου το βλέμμα του μπακαλιάρου. Υπάρχει περίπτωση να εννοούσε κάτι άλλο το ψάρι; Ευχαριστώ εκ των προτέρων για τη βοήθειά σου.
Κάβας Σάκης

Φίλε Σάκη
Το γράμμα σου με συγκίνησε ιδιαίτερα. Πιστεύω ότι το όνειρό σου έχει την εξής ερμηνεία: Έχεις πάντα καλές προθέσεις αλλά σε προδίδει το πνευματικό σου δυναμικό. Με άλλα λόγια, είσαι ένας μαλάκας, Σάκη, ναι, ένας μαλάκας από αυτούς που έχει γεμίσει ο τόπος, που χειροκροτούνε όταν ανάβει η φωτεινή επιγραφή «χειροκρότημα» και τρώει αμάσητο ό, τι του σερβίρουν. Κάνε μας τη χάρη, ρε Σάκη, βάλε πέτρες στις μέσα τσέπες του μπουφάν σου και σάλτα από καμιά προβλήτα.
Ελπίζω να μου συγχωρείς τον ενικό αλλά σε νιώθω πια δικό μου άνθρωπο.
Ακολούθησε τη συμβουλή μου και μην ξεχάσεις να μου γράψεις για να μου πεις πως τα πήγες.
Με αγάπη
Κατερίνα»

Jan 11, 2013 5:36am

Η Φωτιά

bostani:

Ανάβεις την φωτιά να ψήσεις και αυτή σου κάνει τέχνη. 

image

giras 07-11-2012

“΄Ο, τι είναι όμορφο είναι και χρήσιμο”

Jan 11, 2013 5:33am

Φρέσκο κλαρί ελιάς

bostani:

Μετά τους καρπούς (καλαμπόκι, κριθάρι κ.λ.π.) για τους οποίους ψοφάνε στην κυριολεξία, το φρέσκο κλαρί ελιάς είναι το αγαπημένο τους φαγητό.

image

giras 18-11-2012 

Jan 11, 2013 5:18am

Νικόλαος Επισκοπόπουλος, Ut diese mineur(απόσπασμα)

«…Έπεσα τώρα κουρασμένος επί της ευρείας και μαλακής έδρας εις το ημίφως, και η Μύρρα εκάθησεν αναποφάσιστος προ του κλειδοκυμβάλου, νωχελώς, και έσυρε τυχαίως εν μουσικόν τεμάχιον εκ του οκρίβαντος.
Το κλειδοκύμβαλον ανεωχθέν αφήκε οιμωγήν μετάλλου, κενήν και αόριστον, απείρως πένθιμη και δυστυχή.
Το φως των κηρίων, ως διήρχετο δια του τετραγώνου ερυθρού αλεξιφώτου με τας λεπτού ατλαζίου παρυφάς, εφώτιζε πλαγίως την μίαν παρείαν της Μύρρας και το σώμα της το κομψόν με την λεπτότατην οσφύν και τα ευρέα ισχία. Έβλεπον, ως εκαθήμην δεξιόθεν, τον λεπτόν καταφώτιστον χνούν περιστρέφοντα λαμπρώς δια χρυσής αίγλης την φευγαλέαν κατατομήν του παιδικού της προσώπου. Τους οφθαλμούς της τόσον μεγάλους και υγρούς, σύμβολον της θελήσεως και της ισχύος της καλλονής της, και τα χείλη της ερυθρά, ερυθρά, προτεταμένα ολίγον, σύμβολον της ηδονής, της σχεδόν οδυνηράς και οιονεί διϋλισμένης, τη οποία μοι παρείχεν-δεν τα έβλεπον.
Η λάμψις των κηρίων διέγραφε περί το κλειδοκύμβαλον κύκλον φωτεινόν περιωρισμένον, και η λοιπή απέραντος αίθουσα ευρίσκετο βυθισμένη εις το σκότος με σκιάς αορίστους, με έπιπλα αόριστα, με μόνον φωσφορίζον σημείον, κομψόν λαμπτήρα μέλαινα με ηλαττωμένην πολύ την φλόγα, σχεδόν εσβεσμένον, αναδίδοντα φέγγη σελήνης παγεράς και ομιχλώδους, δια μέσου της αδιαφανούς σφαίρας του.
Οι λεπτοί και επιμηκείς δάκτυλοι ήγγισαν τα πλήκτρα βραδέως και ελαφρώς κατ’ αρχάς.
Εις τους πρώτους ήχους, αποσπασθέντας μαλακούς και παρατεταμένους, εσήκωσα την κεφαλήν ταραγμένος και παρετήρησα την μουσικήν. Ήτο το αριστούργημα του Μπετόβεν, η σονάτα εις ut diese mineur.
Αι πρώται συγχορδίαι μακραί και πένθιμοι, με ποιάν τινά χροιάν μελαγχολίας ανέκφραστον, εκδηλούμενην δι’ ήχων βαρέων, εμμόνων και άλλων οξέων, παιγνιωδών διαδεχομένων αλλήλους, μοι προξένησαν φρικίασιν τινα εντεταμένην, ποιάν τινα συγκίνησιν ανεξήγητον, όσω και βαθείαν, ήτις μου ετάραζε πολύ τα νεύρα, μου επέφερε αγωνίαν τινά και ταχύτητα της αναπνοής. Και ησθανόμην το στήθος μου πιεζόμενον εκ των έσωθεν και τον αέρα εκλείποντα…
Κραυγαί άλγους εξήρχοντο τώρα εκ του κλειδοκυμβάλου, αλλά κραυγαί άλγους ηρέμου, πλήρους εγκαρτερήσεως λυπηράς, γλυκείαι ως λυγμοί κλαίοντος εραστού, οίτινες εισέδυον ανεκφράστως εις την καρδίαν και την εβύθιζον εις όνειρον οδυνηρώς γλυκύ, εις εφιάλτην ήσυχον.
Το αρχικόν θέμα, συνοδευόμενον υπό συγκεκομμένου ρυθμού της basse, περιοδικού, κατήρχετο έπειτα εις βαρύτερον τόνον με διαμελώδησιν ωραίαν και ευφυά, ήτις επι στιγμήν μ’ έκαμε να δοκιμάσω χαρά αμιγή…Η σύγχυσίς μου η γλυκεία ηκολούθει δουλικώς της μουσικής φράσεως την ανάπτυξιν, νωχελή και βραδείαν και λυπηράν, ως το μοιρολόγιον του Γολγοθά…Έπειτα το κλειδοκύμβαλον έσυρεν αιφνιδίως μακράν κραυγήν πόνου, βαθείαν, απροσδόκητον, ήτις διήλθεν εναλλάξ αντιλαλούσα επί όλων μου των νεύρων και αφήκεν αυτά πάλλοντα και πληγωμένα.
Σπαρακτικαί κραυγαί, δυσαρμονία τη εβδόμης, θαυμασίως αποκρυπτόμεναι υπό τα άλλα κύματα της αρμονίας, μ’ εκράτησαν μετέωρον εις φρικίασιν επώδυνον, ενώ το θέμα εξηκολούθει έπειτα πάλιν τον κανονικόν ρούν του με μελαγχολίαν πάντοτε βαθείαν, βαθυτάτην, ανήκουστον, με παλιρροίας και αμπωτίδας, επιτεινόμενον βαθμηδόν και καταπίπτον έπειτα χλιαρόν και κατευνάζον, εξαφανιζόμενον υπό διαμελωδήσεις ποικίλους και ανακύπτον πάλιν εις την αρχικήν χροιάν, λυπηράν πάντοτε και πένθιμον.
Μετά μακρόν και άρρυθμον κλονισμόν συγκινήσεως εβυθίσθην τώρα εξηντλημένος, λικνιζόμενος υπό των δακρύβρεχτων τόνων, εις νάρκην βαθείαν και τεταραγμένην, ως εφιάλτην, νάρκην μορφινομανούς, και μοί εφαίνετο ως οι ήχοι να ήρχοντο μακρόθεν, και εξέπνεον πρό των ώτων μου και μετεδίδοντο εις τον εγκέφαλόν μου ως οπτικαί και οσφραντικαί εικόνες.
Ωσεί φαντασματοσκοπίω ανελίσσοντο τώρα πρό των οφθαλμών μου τοπία ήρεμα και πένθιμα, δύσεις ηλίου πλήρεις πορτοκαλιοχρόου και ιώδους και κροκοειδούς κιτρίνου, με νέφη τραγικώς ερυθρά και τελευταίας ακτίνας ηλίου εσβεσμένας και παγεράς’ και ανατολαί σελήνης εξέρυθροι ως αιματώδεις και οπτασίαι ποταμών σιγαλώς κυλιόντων τα πράσινα, τα θολά νερά των, στιλπνά και γοργά ως σώματα όφεων μελανωπών.
Και ως ατμόσφαιρα των εικόνων, προσέβαλλε την όσφρησιν παραδόξως απόπνοια βανίλλης ξεθυμασμένης και ίου και ροδόδενδρου και μύρρας, όλην επικρατουμένην υπό αορίστου αναθυμιάσεως βενζόης και λιβάνου νεκρωσίμου.
Όλον μου το σώμα εφαίνετο ελαφρωθέν και αναπτερούμενον προς τον αιθέρα, και έβλεπον περιέργως ως ξένην και μετά τινός οίκτου και περιφρονήσεως την γυναίκα εκείνην, την οποίαν τόσον φρενιτιωδώς ηγάπων, και τόσον βαθέως εμίσουν, την τύραννόν μου εκείνην την άπιστον, ήτις δια μαγγγανείας, δια γοητείας μυστηριώδους, με συνεκράτει αρρήκτως και με κατέστρεφεν…
Ολίγαι νόται ακανόνιστοι, βαθείαι, ασύνδετοι, ως προαγγέλλουσαι καταιγίδα, και ήρχισε τώρα το allegretto της σονάτας, παιγνιώδες, πλήρες ηλεκτρισμού και ανησυχίας πυρετικής, και ποιάς τινος χαράς τρελλής, χαράς μεγάλης, διακοπτόμενης υπό εκρήξεων πικρίας και χολής-εκδηλούν όλον το πάθος το απελπιστικόν του μεγάλου συνθέτου, του αποθανατίσαντος εις την περιπαθή ταύτην σονάταν όλον το πυρ και την πικρίαν και το παράπονον του περιφρονηθέντος έρωτός του, όλην την αγανάκτησιν και το μίσος του δια την γυναίκα.
Και εμέ κατέλαβεν αγανάκτησις και λύπη κατά της γυναικός εκείνης της ιστορικής, ήτις απέσπασεν εκ του στήθους του μεγάλου εκείνου μουσικού τον ύψιστον εκείνον γογγυσμόν του πάθους. Ήθελα να πω της Μύρρας να κλείση το κλειδοκύμβαλον, το οποίον τόσον με συντάρασσεν, αλλά δεν ωμίλησα, δεν εκινήθην. Ήτο μοιραίον…
Ήρχιζεν ήδη το τελευταίον μέρος της σονάτας, και ως προς επισημοποίησιν της στιγμής εκείνης της φοβεράς, το μέγα ωρολόγιον της αιθούσης έτριξε παραδόξως, ως όλα του τα εντόσθια να συνεκλονίσθησαν και εκτύπησε έπειτα κλαυθμηρώς ως αγγείον ραγισμένον, με διαστήματα αγωνιώδη και παρατεταμένα, το μεσονύκτιον.
Τα πλήκτρα έφριτταν τώρα υπό την γοργήν, την τεταραγμένην περιοδείαν των δακτύλων, και ανέδιδον ήχους κλιματοειδείς, συνηνωμένους σχεδόν, ταχυτάτους, τελευτώντας, σβεννυμένους εις μικράν παράτασιν απότομον.
Ήσαν δάκρυα, δάκρυα φλογερά, απολήγοντα εις σπασμόν, δάκρυα εγκαταλείψεως, δάκρυα λύσσης, συνοδευόμενα υπό κραυγών απελπισίας, υπό φωνών εξεγέρσεως’ παραφροσύνη ολόκληρος μανίας, κατάραι εξεμούμεναι από στόματος ψυχορραγούντος, φωναί διαμαρτυρίας υπερτάτης, συντριβόμεναι εις βαρείας μελωδίας θορυβώδεις. Έπειτα αι φωναί, αι απελπισίαι, αι κατάραι, εξέλειπον βαθμηδόν, εσβέννυντο ως πνιγόμεναι εις την ιδίαν των λύσσαν, καθησύχαζον ολίγον υπό πλημμύραν δακρύων και επανήρχοντο έπειτα με νέας δυνάμεις, κορυφούμεναι εις πάταγον αρμονικόν, πλήρη πάθους σφοδρού, όστις αντήχει εις τα βάθη της ψυχής μου, εξυπνών τας μύχιας κοιμωμένας ήχους των πενθιμωτέρων μου αναμνήσεων.
Κατελήφθη υπό ταραχής υψίστης και διεγέρσεως τινος σχεδόν παραφόρου, ως κατά τους αραιοτάτους παροξυσμούς των νευρικών κρίσεων των πολυώρων, αίτινες κατελάμβανον κάποτε τα ασθενικά μου νεύρα.
Ο οξύς εκείνος παραμερισμός του πάθους, όστις εξωγκούτο ως θάλασσα μανιώδης, συνετρίβετο εις μικράς άπειρους κραυγάς οξείας και ως καταρράκτης συντριβόμενος εις κατακλυσμόν υδατοκόνεως, με ανήγειρε της καρώσεως εκείνης, εις ην με είχον ρίψει αι λικνιστικαί συγχορδίαι της αρχής και μ’ εβύθιζεν εις μανιώδη τώρα όνειρα, τεταραγμένα όνειρα μέθης, όνειρα χασισοπότου παράδοξα και όλον μου το σώμα εταράσσετο τώρα ανήσυχον, και η κεφαλή μου έσφυζε, και οι οφθαλμοί μου συνεστρέφοντο εις χρώματα αιματώδη.
Εις τον μεγάλον εκείνον νευρικόν υπερεθισμόν όλη μου η μανία και το μίσος κατά της Μύρρας επανήλθε σφοδρότερον…»

Jan 10, 2013 12:29pm
Apr 24, 2012 9:58pm
hellopanos:

Moebius
Himself on his drawing board. I have been looking for this. 

hellopanos:

Moebius

Himself on his drawing board. I have been looking for this. 

Dec 4, 2011 10:01pm

(Source: fuckyeahanarchopunk, via firzb)

Nov 28, 2011 3:25pm
Page 1 of 4